Η ανάπτυξη του παιδιού εκτείνεται σε διάφορους τομείς (σωματικό, γνωστικό, κοινωνικό, συναισθηματικό, γλωσσικό) και διαμορφώνεται από ατομικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες. Ενώ οι κοινωνικοί περιβαλλοντικοί παράγοντες έχουν μελετηθεί εκτενώς, σπάνια γίνεται λόγος για την επίδραση του φυσικού περιβάλλοντος στην ανάπτυξη του παιδιού, και μάλιστα στη γλωσσική ανάπτυξη του παιδιού. Η παρούσα ομιλία υποστηρίζει ότι η ανάγκη για μια τέτοια συζήτηση είναι πλέον επιτακτική, δεδομένης της κλιματικής κρίσης και της υποβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος στην Ελλάδα και γενικότερα στη Μεσόγειο. Άλλωστε, τόσο οι Στόχοι Βιώσιμης Ανάπτυξης της UNESCO όσο και η Διακήρυξη του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού (1989) αναγνωρίζουν τη σχέση φυσικού περιβάλλοντος και ανάπτυξης του παιδιού ως κομβικής σημασίας.
Η ομιλία θα εστιάσει στις ομοιότητες και διαφορές που εμφανίζουν τα παιδιά με την ελληνική ως μητρική ή ως δεύτερη γλώσσα στην τάξη καθώς και κάποιους τρόπους με τους οποίους μπορούν οι εκπαιδευτικοί και οι γονείς να βοηθήσουν, ειδικότερα στο θέμα της κατανόησης γραπτού λόγου. Στο πλαίσιο αυτό, θα παρουσιαστεί και μια σχετικά σύγχρονη προσέγγιση στην αξιολόγηση, η 'δυναμική αξιολόγηση', η οποία ενσωματώνει την εξέταση, την εκπαίδευση/μάθηση και την επανεξέταση και η οποία φαίνεται να προσφέρει πολλά οφέλη στην εκπαίδευση των δίγλωσσων παιδιών.
Η συμμετοχή σε εικαστικές δραστηριότητες μπορεί να βελτιώσει διάφορες δεξιότητες, από την επικοινωνία έως την κοινωνική αλληλεπίδραση. Η δημιουργία και η ολοκλήρωση ενός έργου τέχνης παρέχει μια αίσθηση επιτυχίας και ενισχύει την πίστη στις ικανότητές του ατόμου. Η τέχνη προσφέρει ένα μη λεκτικό τρόπο για να εκφράσει συναισθήματα, σκέψεις και την εμπειρία του κόσμου(ιδιαίτερα σημαντικό για άτομα που δυσκολεύονται στην λεκτική έκφραση). Τα Εικαστικά μπορούν να μετατρέψουν την εξαιρετική προσοχή στη λεπτομέρεια και την υπερευαισθησία σε δημιουργικά ταλέντα. Κάθε αυτιστικό άτομο έχει τη δική του μοναδική εμπειρία και οπτική γωνία, και τα Εικαστικά επιτρέπουν σε κάθε δημιουργό να εκφράσει αυτή τη δική του, προσωπική αντίληψη για τον κόσμο.
Η αξία των Εικαστικών δραστηριοτήτων (κυρίως στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση) ως ασφαλούς και δημιουργικού τρόπου έκφρασης που ενισχύει τη συγκέντρωση, τη λεπτή κινητικότητα και τη συναισθηματική ρύθμιση των παιδιών. Η τέχνη λειτουργεί ως «γλώσσα χωρίς λόγια», καλλιεργεί την αυτοεκτίμηση και δημιουργεί ένα περιβάλλον αποδοχής όπου δεν υπάρχει «σωστό» ή «λάθος». Το μάθημα των Εικαστικών μπορεί να βοηθήσει άτομα στο φάσμα του αυτισμού βελτιώνοντας δεξιότητες, όπως η επικοινωνία και η αυτοπεποίθηση, ενώ παράλληλα προσφέρει ένα μέσο έκφρασης και δημιουργίας. Η τέχνη παρέχει συγκεκριμένα, χειροπιαστά αποτελέσματα που ενισχύουν την αυτοεκτίμηση, αξιοποιώντας την πιθανή υπερευαισθησία και την προσοχή στη λεπτομέρεια που χαρακτηρίζει πολλά αυτιστικά άτομα.
Το εργαστήριο απευθύνεται σε εκπαιδευτικούς των γλωσσικών μαθημάτων (ελληνικής και ξένων γλωσσών) που επιθυμούν να προσεγγίσουν το μάθημα από μια διαθεματική και διαγλωσσική οπτική, με σκοπό να εμπλουτίσουν τη διδακτική τους πρακτική. Οι συμμετέχοντες/-ουσες θα έχουν την ευκαιρία να εξοικειωθούν με τον συναρπαστικό κόσμο της γλωσσολογίας, να έρθουν σε επαφή με γλωσσικά δεδομένα και να ανακαλύψουν το σύστημα / τη δομή που διέπει κάθε γλώσσα. Θα έρθουν σε επαφή με τις μεθόδους και τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται στην επιστήμη της γλωσσολογίας για την διερεύνηση των γλωσσικών φαινομένων, αναπτύσσοντας την αναλυτική και συνθετική σκέψη τους.
Εξετάζουμε το νεοελληνικό ρήμα όπως παρουσιάζεται σε παλιότερα και πιο πρόσφατα εγχειρίδια γλωσσικής διδασκαλίας. Εντοπίζονται συγκεκριμένα προβλήματα με όρους που φαίνονται απλοί, οι οποίοι όμως αποδεικνύονται ανεπαρκείς για την περιγραφή του ρηματικού συστήματος. Θα δούμε τα κενά της κατάταξης των «χρόνων του ρήματος» σε παροντικούς, παρελθοντικούς και μελλοντικούς, παράλληλα με τις δυσκολίες περιγραφής των διακρίσεων της όψης (συνοπτικής και μη συνοπτικής;), της έγκλισης (προστακτικής, οριστικής και υποτακτικής;) και της τροπικότητας (επιστημικής, δεοντικής ή άλλης). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διαβάθμιση των σχετικών μεταγλωσσικών γνώσεων και η κατανομή τους στις εκπαιδευτικές βαθμίδες καθώς και στα επίπεδα ελληνομάθειας.
Η Αναπτυξιακή Δυσλεξία είναι μία νευροαναπτυξιακή διαταραχή που χαρακτηρίζεται από δυσκολίες στην ακριβή και ευχερή ανάγνωση και γραφή και αποτελεί μία από τις συχνότερα διαγνωσμένες αναπτυξιακές διαταραχές. Σημαντικός αριθμός ερευνών έχει επιχειρήσει να διερευνήσει τα αίτια και τα χαρακτηριστικά της δυσλεξίας. Ωστόσο, η δυσλεξία αποτελεί μία σύνθετη και ετερογενή κατάσταση, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο ερευνητικών συζητήσεων. Η διάλεξη παρουσιάζει τρόπους αναγνώρισης και παρέμβασης, λαμβάνοντας υπόψη τις γλωσσικές διαστάσεις της διαταραχής. Θα παρουσιαστούν πρακτικές διδασκαλίας που εστιάζουν στη χρήση οπτικοακουστικού υλικού καθώς και τρόποι ενίσχυσης της συμμετοχής και της αυτοπεποίθησης των μαθητών με δυσλεξία μέσα στην τάξη.
Εδώ και πέντε χρόνια, τα αγγλικά διδάσκονται σε όλα τα ελληνικά νηπιαγωγεία. Η αλλαγή αυτή έχει προκαλέσει πολλές απορίες σε γονείς, εκπαιδευτικούς και όλους όσους ενδιαφέρονται για την εκμάθηση ξένων γλωσσών. Είναι αυτή η κατάλληλη ηλικία για να ξεκινήσουν τα παιδιά να μαθαίνουν αγγλικά; Κινδυνεύουν να ξεχάσουν τα ελληνικά τους; Πώς μαθαίνουμε μια ξένη γλώσσα; Η ομιλία αυτή έχει σκοπό να λύσει κάποιες από αυτές τις απορίες. Θα παρουσιαστούν μελέτες σύμφωνα με τις οποίες φαίνεται ότι, για να φανούν ουσιαστικά αποτελέσματα, τα παιδιά χρειάζονται πολύ περισσότερη έκθεση στη γλώσσα από αυτή που προσφέρεται στο νηπιαγωγείο. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η διδασκαλία των αγγλικών στο νηπιαγωγείο είναι άσκοπη: η επαφή με ξένες γλώσσες και πολιτισμούς από μικρή ηλικία μπορεί να βοηθήσει ώστε να εξοικειωθούν τα παιδιά με τους ήχους και τη δομή μιας νέας γλώσσας, θέτοντας έτσι τις βάσεις για τη μελλοντική της εκμάθηση. Θα συζητηθούν επίσης αποτελέσματα ερευνών που δείχνουν ότι η εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας σε νεαρή ηλικία δεν απειλεί την ανάπτυξή των παιδιών στη μητρική τους γλώσσα — αντίθετα, τα παιδιά χρησιμοποιούν τη γλώσσα που ήδη γνωρίζουν ως εφαλτήριο. Εξίσου σημαντικό όμως είναι και το πώς διδάσκεται η γλώσσα: τα παιδιά μαθαίνουν μέσα από το παιχνίδι, την αλληλεπίδραση και τις βιωματικές δραστηριότητες. Θα τονίσουμε, λοιπόν, ότι αυτές οι μέθοδοι χρειάζεται να παραμείνουν στο κέντρο της διδασκαλίας των αγγλικών στο νηπιαγωγείο.
Ορισμός της έννοιας του «λάθους» και διάκριση των ειδών γλωσσικών λαθών ή αποκλίσεων που αναγνωρίζει η γλωσσολογία. Επικέντρωση στην απόκλιση από τη γλωσσική νόρμα και ανίχνευση της φύσης των σχετικών «λαθών», με διάκριση της επιστημονικής από τη μη επιστημονική προσέγγιση. Διάκριση των «λαθών» αυτών σε τρεις κατηγορίες: συστημικά λάθη, λάθη χρήσης και λάθη γραφής, με παραδείγματα, και εξέταση για την κάθε περίπτωση των πιθανών λόγων γένεσής τους. Αναφορά στο φαινόμενο της υπερδιόρθωσης και εξέταση των αποκλίσεων που προκαλούνται εξαιτίας του αλλά και στην τάση εξαρχαϊσμού που παρατηρείται τον τελευταίο καιρό στη γλώσσα μας.
Το σεμινάριο εξετάζει τον μετασχηματισμό της έννοιας της επικοινωνιακής ικανότητας από το πλαίσιο του παραδοσιακού γλωσσικού γραμματισμού προς τις σύγχρονες μορφές πολυτροπικού, ψηφιακού και τεχνολογικού γραμματισμού. Αναλύεται πώς η παγκοσμιοποίηση, η ψηφιοποίηση και η διάδοση της Τεχνητής Νοημοσύνης επηρεάζουν τις πρακτικές επικοινωνίας, δημιουργώντας νέες απαιτήσεις κατανόησης, παραγωγής και κριτικής αξιολόγησης περιεχομένου σε πολυτροπικά και ανθρωπομηχανικά περιβάλλοντα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις ικανότητες που απαιτούνται για αποτελεσματική, κριτική και ηθική συμμετοχή στην επικοινωνία της ψηφιακής εποχής την εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Ακούμε και διαβάζουμε ότι…
• τα ελληνικά χειροτερεύουν με το πέρασμα του χρόνου…
• οι γλωσσολόγοι κρίνουν ποιες είναι “καλές” και “κακές” γλώσσες…
• γλώσσες που μιλιούνται σε αγράμματες κοινωνίες είναι λιγότερο πολύπλοκες από αυτές που μιλιούνται σε εγγράμματες κοινωνίες…
• οι γλωσσολόγοι πρέπει να καθορίζουν ποια είναι η σωστή και η λάθος χρήση της γλώσσας…
• η νοηματική γλώσσα είναι ένα σύστημα από χειρονομίες χωρίς γραμματικούς κανόνες…
• ο δανεισμός κάνει κακό στη γλώσσα μας…
• τα greeklish καταστρέφουν τα ελληνικά…
Αληθεύουν όλα τα παραπάνω; Τι πιστεύει η αρμόδια επιστήμη της γλωσσολογίας για όλα αυτά και άλλα πολλά.